Θυμάμαι πως εκείνη την εποχή ένιωθα πως η ζωή μου είχε κολλήσει σε μια επανάληψη που δεν είχα επιλέξει. Δούλευα σ’ ένα γραφείο με φώτα νέον, απαντούσα σε τηλέφωνα που δεν ήθελα, γύριζα σπίτι και κοίταζα το ταβάνι μέχρι να με πάρει ο ύπνος. Ήμουν αυτό που λένε «φυγάς από την πραγματικότητα», αν και τότε δεν το ήξερα καν. Το
vavada ton είχα πρωτοδεί σε μια διαφήμιση στο κινητό μου, ένα βράδυ που δεν είχα διάθεση ούτε να φάω. Δεν το άνοιξα αμέσως. Το φύλαξα σαν κάτι που θα μπορούσε να με βγάλει από τη μονοτονία, έστω για λίγο.
Η αλήθεια είναι πως τους πρώτους μήνες δεν πήγαν καλά. Έχανα. Όχι ποσά που θα με κατέστρεφαν, αλλά αρκετά για να νιώθω ένα σφίξιμο στο στομάχι κάθε φορά που έβλεπα τον λογαριασμό μου να μειώνεται. Ένιωθα ηλίθιος. Ένιωθα πως ακόμα και αυτό το μικρό καταφύγιο μου γύριζε την πλάτη. Μια νύχτα, θυμάμαι, έκλεισα τον υπολογιστή και είπα στον εαυτό μου πως σταματάω. Το είπα δυνατά, στον άδειο τοίχο. Ο τοίχος δεν απάντησε. Κι εγώ την επόμενη μέρα άνοιξα πάλι το vavada ton.
Με τον καιρό κατάλαβα πως δεν έπαιζα για τα χρήματα. Έπαιζα για εκείνα τα δευτερόλεπτα που ο νους μου έμενε μόνο σε μια ρουλέτα ή σε μια κάρτα που γύριζε. Όταν οι αριθμοί ανέβαιναν, ένιωθα μια ζεστασιά που δεν την έβρισκα πουθενά αλλού. Όταν έχανα, ένιωθα θυμό, αλλά και μια παράξενη ανακούφιση: τουλάχιστον ένιωθα κάτι. Μια φορά, ένα βράδυ με βροχή, έβαλα ένα μικρό ποσό σε ένα παιχνίδι με ζάρια. Δεν περίμενα τίποτα. Απλώς το έκανα για να μην ακούω τη σιωπή του σπιτιού. Και τότε ήρθε μια σειρά από νίκες που με άφησε με το στόμα ανοιχτό. Ήταν σαν κάποιος να μου έλεγε «σε βλέπω». Γέλασα μόνος μου, δυνατά, σαν χαζός. Ένιωσα τα μάτια μου να βουρκώνουν, όχι από χαρά μόνο, αλλά από κάτι πιο βαθύ: ένιωσα πως για λίγο δεν ήμουν αόρατος.
Από εκείνο το βράδυ, το vavada ton έγινε κάτι σαν τελετουργικό. Δεν το έλεγα σε κανέναν. Ούτε στη Μαρία απ’ τη δουλειά, ούτε στον αδερφό μου. Ήταν δικό μου. Μια πόρτα που άνοιγα όταν η πόλη γινόταν πολύ θορυβώδης μέσα στο κεφάλι μου. Άρχισα να παίζω πιο προσεκτικά, να διαβάζω, να μην αφήνω τον θυμό να αποφασίζει. Ανακάλυψα πως όταν έπαιζα χαλαρά, χωρίς να παρακαλάω για νίκη, τα πράγματα κυλούσαν καλύτερα. Δεν ξέρω αν ήταν τύχη ή 심 심 심 απλώς η ζωή που μου χαμογελούσε επιτέλους. Ένα βράδυ, μετά από μια δύσκολη μέρα, έκανα μια ανάληψη που δεν περίμενα. Κοίταξα την οθόνη και ένιωσα έναν κόμπο στον λαιμό. Δεν ήταν μόνο το ποσό. Ήταν πως για πρώτη φορά μετά από καιρό, ένιωσα πως μπορώ να αναπνεύσω.
Το περίεργο είναι πως όσο πιο πολύ κέρδιζα, τόσο λιγότερο ένιωθα την ανάγκη να κρύβομαι. Άρχισα να βγαίνω με φίλους, να περπατάω στο πάρκο, να απαντάω στα μηνύματα που άφηνα αναπάντητα. Το vavada ton δεν ήταν πια το καταφύγιό μου· ήταν απλώς ένα παιχνίδι. Ένα παιχνίδι που μου είχε δώσει μια δεύτερη ευκαιρία να δω πως η πραγματικότητα δεν είναι πάντα εχθρός. Μια φορά, κέρδισα ένα ποσό που μου επέτρεψε να πάω ένα ταξίδι που ονειρευόμουν από παιδί. Στο αεροπλάνο, κοίταξα έξω από το παράθυρο και χαμογέλασα. Δεν ένιωθα φυγάς. Ένιωθα άνθρωπος που είχε μάθει να παίζει χωρίς να χάνεται.
Τώρα, όταν με ρωτούν πώς περνάω, λέω την αλήθεια: καλά. Και κάποιες φορές, όταν το σπίτι είναι πολύ ήσυχο, ανοίγω το vavada ton, βάζω ένα μικρό ποσό, και θυμάμαι πως ακόμα και μια μικρή νίκη μπορεί να φωτίσει μια ολόκληρη εβδομάδα. Δεν το λέω σε όλους. Αλλά το λέω σε μένα. Και αυτό μου αρκεί. Η ζωή δεν είναι πάντα δίκαιη, αλλά μερικές φορές σου δίνει ένα κουδούνι που χτυπάει την κατάλληλη στιγμή. Αρκεί να το ακούσεις.